Ομιλία Γ. Φλωρίδη στην παρουσίαση βιβλίου Νίκου Μπίστη "Προχωρώντας και Αναθεωρώντας"
Πεμ, 27/01/2011 - 14:03 — floridis
Υπότιτλος: Παρουσίαση βιβλίου του Νίκου Μπίστη Date_Release: 26/01/2011 Ομιλία Γ. Φλωρίδη στην παρουσίαση του βιβλίου του Νίκου Μπίστη «Προχωρώντας και Αναθεωρώντας» Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2011
Αγαπητέ Πρόεδρε Κώστα Σημίτη Αγαπητές φίλες και φίλοι, καλησπέρα σας, Θα συμφωνήσω με τους προλαλήσαντες στα όσα ανέφεραν για το βιβλίο, εγώ προκαταβολικά μόνο να πω, ότι ο Νίκος καλό θα είναι να ψάξει τη συνέχεια της συγγραφικής του δραστηριότητας διότι με το βιβλίο αυτό πράγματι αφήνει πολύ καλές εντυπώσεις, όχι μόνο ως προς το περιεχόμενο αλλά και ως προς το ύφος και τον τρόπο της αφηγηματικής γραφής του. Ολοκληρώνοντας το διάβασμα του βιβλίου, πρωταρχικά κράτησα δύο βασικές επισημάνσεις . Ως προέκταση όμως, το διάβασμα του, μου ανέσυρε, σχεδόν αντανακλαστικά τον κλασικό πλέον νεοελληνικό προβληματισμό περί μεταπολίτευσης, αλλά γι' αυτό θα επανέλθω. Κατ' αρχήν, για τις επισημάνσεις: Μου έκανε εξαιρετική εντύπωση η άμεση, λιτή και η σχεδόν αυτοσαρκαστική αφήγηση του Νίκου, που απομυθοποιεί και κάνει αντιηρωικά τα πρόσωπα μαζί και τον εαυτό του, μέσα σε ιστορικές συγκυρίες και ηρωικά γεγονότα. Η δεύτερη επισήμανση, αφορά το ιδεολογικό αλλά και βιωματικό στοιχείο, της αναθεώρησης. Το διαρκές στίγμα του βιβλίου και του πρωταγωνιστή του, είναι η αμείλικτη κριτική στο δογματισμό, την μισαλλοδοξία, την στασιμότητα , την ατολμία. Οι άνθρωποι είναι υποχρεωμένοι ν' αλλάζουν, ν' αναθεωρούν γιατί προχωρά η ζωή, τα γεγονότα, αναθεωρείται η πραγματικότητα. Εδώ θα κάνω μια παρένθεση και θα αναφέρω κάποια σημεία από το βιβλίο. Αναφέρει ο Νίκος στις αρχές του βιβλίου « ο τίτλος είναι η απάντηση που έδωσα σε κάποιον που με ρώτησε πώς και άλλαξα τόσα κόμματα. Προχωρώντας και αναθεωρώντας, του είπα», και «..δεν συγγράφω απομνημονεύματα παλαιού πολεμιστή». Διαβάζοντας το βιβλίο, αναλογιζόμουν συνεχώς την βαθύτερη ανάγκη του συγγραφέα, να υπερασπιστεί την γενιά του, που διαμόρφωσε και καθόρισε την μεταπολιτευτική πορεία του τόπου. Πάντα η εκφορά λόγου, από τους συντελεστές της γενιάς του Πολυτεχνείου, ανασύρει έντονα και πολύ περισσότερο τώρα τη σχέση της μεταπολίτευσης με το σήμερα. Εδώ μια μικρή παρένθεση. Διαβάζω από το βιβλίο: «Μια μικρή πορεία ξεκίνησε από τη Νομική με κατεύθυνση το Πολυτεχνείο. Χωρίς κανέναν δισταγμό, ομολογώ ότι, αν ήξερα την συνέχεια -άρα φέρω την ευθύνη, γιατί η πολιτική είναι πρωτίστως η τέχνη του προβλέπειν-, θα έδινα όλες μου τις δυνάμεις για να αποτραπεί η μετάβαση στο Πολυτεχνείο». Ενώ στη συνέχεια αναφέρει «Σε όλη τη διάρκεια του τριημέρου, παρέμενα αντίθετος με την εξέλιξη των γεγονότων». Χρειάζεται κότσια να μιλήσει σήμερα κάποιος με τον τρόπο αυτό. Προκύπτει λοιπόν, ως μεγίστη αναγκαιότητα ο πολιτικός απολογισμός αυτής της περιόδου, στο δημόσιο βίο της χώρας. Δεν είναι ιστορικό καθήκον, είναι επείγον ζήτημα εθνικού προσανατολισμού. Μια νέα αφήγηση, για την πορεία της σύγχρονης Ελλάδας για να είναι στέρεη και ελπιδοφόρα, δεν μπορεί να προκύψει ως αφηρημένο εγκεφαλικό κατασκεύασμα, αλλά μόνο ως ριζική κριτική και αυτοκριτική του μεταπολιτευτικού παρελθόντος. Εδώ βέβαια, τον πρώτο λόγο έχουν οι πολιτικοί πρωταγωνιστές της μεταπολίτευσης. Η συζήτηση αυτή , πρέπει να συμπεριλάβει πολλά, αλλά να επικεντρωθεί στα μείζονα: Ανασυγκρότηση της παραγωγής, αναμόρφωση του πολιτικού συστήματος, ενδυνάμωση του ευρωπαϊκού ρόλου της χώρας με συνειδητή και ενεργητική συμμετοχή στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι.
Να γίνει με όρους νηφαλιότητας και ευθύνης και όχι σε κλίμα πολεμικής αντιπαλότητας , στενοκομματισμού και δημαγωγίας . Και κυρίως με όρους αναθεωρητικούς. Να πάλι εδώ, το πνεύμα του βιβλίου, που παρουσιάζουμε σήμερα.. Αλλιώς, ο κίνδυνος της ισοπέδωσης, της άρνησης και της συνολικής απαλλοτρίωσης δημοκρατικών και κοινωνικών κατακτήσεων, ελλοχεύει. Τα φαινόμενα οργής, ανυπακοής και βίας που παρουσιάζονται στις μέρες μας δεν είναι καθόλου άσχετα με την αμηχανία του δημόσιου και πολιτικού λόγου. Πολύ φοβάμαι, ότι αν δεν υπάρξει συντεταγμένη απάντηση με όρους ιδεολογικής, πολιτικής και κοινωνικής συναίνεσης, η κατάσταση αυτή μπορεί να γίνει παρατεταμένη και ανεξέλεγκτη. Με αφορμή την σημερινή μας συγκέντρωση και ως κατάθεση στην απαίτηση προβληματισμού που θέτει η έκδοση ενός πολιτικού πονήματος, όπως το βιβλίο του Νίκου, θέλω να τονίσω ότι διαφωνώ ριζικά με αστόχαστες προσεγγίσεις και ανησυχητικές πρακτικές για την σημερινή κρίση του πολιτικού συστήματος: α) Προσεγγίσεις και πρακτικές που καλλιεργούν και προβάλλουν την ολοκληρωτική αντίληψη του «συλλήβδην κλέφτες» για πολιτικούς και κόμματα β) Προσεγγίσεις και πρακτικές που προπαγανδίζουν την μανιχαϊστική αντίληψη «των καθαρών και των λερωμένων» παρατάξεων ή «των καθαρών και λερωμένων» περιόδων διακυβέρνησης. Αντίθετα πιστεύω και εκτιμώ ως ερμηνεία και ανάλυση για τα αίτια της σημερινής κακοδαιμονίας την σύνθετη αντίληψη της ευρύτερης και διαχρονικής δίκαια επιμερισμένης πολιτικής ευθύνης. Αυτό σημαίνει την ύπαρξη λάθους πολιτικών νοοτροπιών και πρακτικών συνολικά στο σύστημα και με χρονικό βάθος στη διάρκεια της 35ετιας.Στα πλαίσια πάντα αυτής της αντίληψης, οι ηθικά και ποινικά κολάσιμες πρακτικές είναι εξατομικευμένες και προσωπικές και εκτείνονται οριζόντια και διακλαδικά στο φάσμα της δημόσιας ζωής. Σ' αυτό το σημείο θα ήθελα να επισημάνω ότι, η σωστή και ακλόνητα τεκμηριωμένη απόδοση προσωπικών ευθυνών είναι αναγκαία, αλλά δεν επαρκεί: α) Είναι αναγκαία γιατί ικανοποιεί το περί δικαίου αίσθημα και ταυτόχρονα λειτουργεί παραδειγματικά-αποτρεπτικά για τη συνέχιση του δημόσιου βίου β) Είναι όμως και ανεπαρκής στο βαθμό που δεν συνοδεύεται από βήματα αλλαγής αξιών και νοοτροπίας και κυρίως από πολιτικές-θεσμικές αλλαγές που επεμβαίνουν στο συστημικό πυρήνα διεύρυνσης και ελέγχου της δημοκρατίας μας. Αυτή άλλωστε είναι και η κρίσιμη διάσταση (αλλαγές νοοτροπίας-θεσμών) που απαντά στα γενεσιουργά αίτια της συστημικής κρίσης. Τώρα, υπάρχει το ενδεχόμενο το πολιτικό σύστημα να μην είναι σε θέση λόγω αδράνειας και θεσμικής ανεπάρκειας να οδηγηθεί σε ακριβή και αποτελεσματική αναζήτηση των προσωπικών ευθυνών του πολιτικού του προσωπικού. Σ' αυτή την περίπτωση θα ήταν προτιμότερο να αναλάβει το κόστος της διωκτικής ανεπάρκειάς του και των θεσμικών ορίων του, παρά να προβεί σε σπασμωδικές κινήσεις «επί δικαίων και αδίκων» προκειμένου ν' ανταποκριθεί στην λαϊκή πίεση. Είναι πλέον γεγονός αναμφισβήτητο ότι το πολιτικό μας σύστημα βρίσκεται σε οριακό σημείο καμπής. Έχει τεράστια σημασία για την προοπτική της ουσιαστικής πολιτικής και της δημοκρατίας να κινηθεί με όρους συστημικής υπευθυνότητας και όχι παραταξιακών σκοπιμοτήτων . Η συνειδητοποίηση και ο απολογισμός των λαθών του, το βάθος και η ειλικρίνεια της αυτοκριτικής του, η έμπρακτη στάση και η αλλαγή συμπεριφοράς είναι οι μόνοι όροι αποκατάστασης της αξιοπιστίας και της εμπιστοσύνης του, απέναντι στην ελληνική κοινωνία. Εν μέσω της εθνικής οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, το στρατηγικό δίλημμα σήμερα, παραμένει: Αυτομετασχηματισμός ή κατάρρευση του πολιτικού συστήματος; Η σημερινή διακυβέρνηση της χώρας πέρα από το βαρύ και ιστορικό φορτίο της οικονομικής ανόρθωσης της χώρας έχει και την ιστορική ευκαιρία να δημιουργήσει και τον καταλύτη ενός αναγεννημένου κύκλου της δημοκρατίας στη χώρα μας. Επιστρέφω στο βιβλίο, σε μια αναφορά που συνδέεται απόλυτα με το σήμερα. Γράφει ο Νίκος: «εξ ου και παρανοϊκό σύνθημα κατά της ¨εντατικοποίησης των σπουδών¨, που κατέληγε στο δημοφιλές αίτημα για περισσότερη τεμπελιά μέσω ¨της μεταφοράς μεταφερόμενου μαθήματος¨ και άλλων συναφών τεχνασμάτων. Είκοσι χρόνια μετά, αυτά και άλλα οδήγησαν στην υποβάθμιση των πανεπιστημίων μας και στην άρνηση των τότε φοιτητών, οι οποίοι εν τω μεταξύ είχαν γίνει καθηγητές, να δεχτούν την αξιολόγησή τους». Που να φανταζόταν ο Νίκος Μπίστης τον Φεβρουάριου του 1973 στην ταράτσα της Νομικής, ότι στις μέρες μας το «ανώτατο στάδιο» της αντίληψης «μεταφοράς μεταφερόμενου μαθήματος» θα ολοκληρωνόταν με την μετατροπή της Νομικής Σχολής σε «κέντρο υποδοχής» παράνομων μεταναστών. Κάποιοι δυστυχώς εκμεταλλευόμενοι την ανθρώπινη δυστυχία, παίζουν επικίνδυνα παιχνίδια σε βάρος της δημοκρατικής και κοινωνικής ομαλότητας. Κλείνοντας, με την άδεια του συγγραφέα και τη δική σας, θα ήθελα να κάνω μια προσωπική πολιτική αναφορά στον Κώστα Σημίτη. Ο ίδιος δεν το έχει ανάγκη, όμως το αισθάνομαι ως χρέος τιμής. Κυρίες και κύριοι, Αν η Ελλάδα αυτήν την περίοδο έχει μια σταθερή χειρολαβή να κρατηθεί, μέσα στη φοβερή περιδίνηση που έχει περιέλθει, αυτή έχει όνομα και υπογραφή. Το όνομα είναι Ο.Ν.Ε-ΕΥΡΩ και η υπογραφή Κώστας Σημίτης. Αν η Κύπρος, παρά τις μέχρι το 1999 αντίθετες προβλέψεις, είναι ισότιμο μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και κινείται με ασφάλεια στην υπεράσπιση και προώθηση των εθνικών της δικαίων και αυτή η μεγαλύτερη διπλωματική επιτυχία της Ελλάδας σε όλη την μεταπολιτευτική περίοδο έχει όνομα και υπογραφή. Το όνομα είναι Σύνοδος Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Ελσίνκι και η υπογραφή Κώστας Σημίτης. Όμως δίπλα σε αυτά, αν όχι πιο σημαντικό από αυτά, έχει καταγραφεί στην συλλογική μας μνήμη ότι ο Κώστας Σημίτης δίδαξε με το λόγο του και υπηρέτησε με την στάση του αυτό που ονομάζουμε «Πολιτικό Πολιτισμό». Και όσο οι μέρες που περνάμε θα γίνονται πιο ανήσυχες, πιο σκληρές, αυτή του την παρακαταθήκη θα την έχουμε ολοένα και περισσότερο ανάγκη. Σας ευχαριστώ. |