Ομιλία στην παρουσίαση του βιβλίου "Πόλεμος και Oρθολογισμός. Θεωρητικές προεκτάσεις και στρατηγικές εφαρμογές"
Παρ, 03/06/2011 - 19:38 — floridis
Υπότιτλος: Παρουσίαση του βιβλίου του Σπύρου Λίτσα Date_Release: 03/06/2011
Αγαπητές φίλες και φίλοι,
Είναι τιμή αλλά κυρίως ευχαρίστηση μου ναβρίσκομαι σε κοινό τραπέζι διαλόγου με πρόσωπα της συστηματικής καιεπίπονης διανοητικής προσπάθειας. Αυτής, που ερευνά και προσεγγίζει κρίσιμα θέματα με καθολικό ενδιαφέρον και που αφορούν την εθνικήεπιβίωση και την προοπτική ιδιαίτερα σε μια κρίσιμη περίοδο, όπως ησημερινή. Σ' αυτά ακριβώς τα πλαίσια αντιλαμβάνομαι και τοπνευματικό πόνημα, του αγαπητού φίλου Σπύρου Λίτσα. Είναι τέτοιου χαρακτήραοι διανοητικές προσπάθειες που χρειάζεται σήμερα η χώρα ώστε ναπροσανατολίζεται και η δημόσια ατζέντα στα μείζονα και σοβαρά και όχι σταδευτερεύοντα και τετριμμένα. Είναι ακριβώς αυτές, οι προσπάθειες πουλείπουν ως υποδομή σκέψης και συγκρότησης με αποτέλεσμα ο εθνικόςμας προγραμματισμός να είναι ελλειπής και χωρίς στρατηγικό ορίζοντα καιβάθος, για να υπενθυμίσω φραστικά τον γνωστό τίτλο, που δείχνει τηνδιαφορετική νοοτροπία και στάση άλλων γειτονικών κρατών.
Αγαπητές φίλες και φίλοι,
Σπεύδω προκαταβολικά να πω, ότι η παρουσία μουεδώ είναι κυρίως για ν' ακούσω και να προβληματιστώ παρά να καταθέσωσυστηματικές σκέψεις για ένα τόσο πολύπλοκο και πολυσήμαντο για τηνιστορική εξέλιξη φαινόμενο, όπως ο πόλεμος. Με άλλα λόγια θα μπορούσε να υποστηρίξει κάποιοςγενικότερα, χωρίς καμμία διάθεση υπερβολής ή προτίμησης, ότι σήμερα στην Ελλάδαείναι ανάγκη να μιλήσει περισσότερο η διανόηση και είναι εξ ίσου ανάγκη ναακούσει περισσότερο η πολιτική. Ομιλίες όμως και ακούσματα πάντα επί τηςουσίας. Η πρώτη αίσθηση, που σου δημιουργεί τοβιβλίο που παρουσιάζουμε, ήδη από την εισαγωγή του, είναι ν' ανατρέξεις και σεάλλες βιβλιογραφικές πηγές για να μπορέσεις να «ελέγξεις» στοιχειωδώς μια τόσοαλλόκοτη και απροσδιόριστη έννοια όπως ο πόλεμος. Αυτό άλλωστε το τροφοδοτεί και ηπνευματική σεμνότητα του συγγραφέα, ο οποίος προκαταλαμβάνει τον αναγνώστη γιατα συγκεκριμένα όρια της μελέτης του με παραπομπές σε άλλες υποδειγματικέςεργασίες περί πολέμου αλλά και με την προειδοποίηση πουαπευθύνει σχετικά με την δυσκολία των εύκολων και οριστικών απαντήσεων. Με δεδομένη όμως την δυσκολία της ίδιαςτης έννοιας του πολέμου, το βιβλίο κατορθώνει τελικά να τοποθετήσει μεεπιτυχία αλλά και να διευκρινίσει ακόμη και στον μη ειδικό, τα βασικά ζητούμενα: Την θεμελιακή συσχέτιση πολέμου και ειρήνης, την προσέγγισητου πολέμου από την συγκεκριμένη οπτική του πολιτικού ρεαλισμού, το πωςακριβώς συνδέεται η έννοια του ορθολογισμού με τον πόλεμο και τέλος πώς ηαποδοχή μιας τέτοιας θεώρησης πολέμου και ορθολογισμού συνάδει με τοδικαίωμα του κάθε εθνοκρατικού παράγοντα για επιβίωση και ελευθερία. Πράγματι αν ο πόλεμος έχει ανθρωπολογική καιαντικειμενική βάση, δηλ. είναι γέννημα του ίδιου του άνθρώπου αλλά και προϊόντης διεθνούς ανταγωνιστικής κοινωνίας, τότε δεν έχει νόημα να τον ξορκίζει καινα τον καταριέται κανείς αλλά να τον μελετά, να γνωρίζει την φύσητου και να τον ενσωματώνει στην πολιτική του ως πραγματικό μέσο πουκαθορίζει τις σχέσεις των κοινωνιών και των εθνών. Άρα δεν μπορεί να αποσυρθεί, ούτε ναδιαγραφεί το πολεμικό φαινόμενο από τον ιστορικό ανταγωνισμό αλλά μόνο ηίδια η κατανόηση της φύσης του μπορεί να δημιουργήσει εκείνη τηνσυνειδητή στάση της μείωσης των πολεμικών συγκρούσεων και της διεύρυνσηςτων ειρηνικών περιόδων. Στην περίπτωση του πολέμου, η μεταφυσική αντίληψη τουεξορκισμού του και ο στρουθοκαμηλισμός είναι η τέλεια καταστροφική αντίληψηπροκειμένου να μείνει ένα έθνος πίσω από την ιστορία. Η αποδεκτή βάση προσέγγισης τουπολέμου για τον συγγραφέα είναι η θεωρία του πολιτικού ρεαλισμού, πουαποτελεί και σχολή στο τομέα των διεθνών σχέσεων. Η προτεραιότητα της θεώρησηςαυτής, δίνεται στην αντικειμενική διάσταση του φαινομένου. Σε μακροκλίμακα οπόλεμος θα συμβεί ή ενδεχόμενα να συμβεί, λέει ο πολιτικός ρεαλισμός. Δεντοποθετείται στο αν έπρεπε να συμβεί ή αν είναι δίκαιο που συμβαίνει. Αυτό σεκαμμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι είναι αποσυνδεδεμένος από ηθικά διλήμματα ήτον αφήνει παγερά αδιάφορο η τραγικότητα του φαινομένου. Όμως γνωρίζει πολύ καλά , ότι μια μετάθεση τηςσυζήτησης στα « περί δικαιότητας του πολέμου» δεν δικαιώνεται συγκυριακάαλλά και διαχρονικά, στον αυθαίρετο και συγκρουσιακό κόσμο μας. Δεν είναιμόνο ότι η ηθική αναρώτηση ή η θέση περί δικαίου που πάσχει απόυποκειμενισμό ή ότι το περί δικαίου αίσθημα παραμερίζεται και αναγνωρίζεταιως στοιχείο κατανόησης ή διαπραγμάτευσης μόνο η πραγματική ισχύς. Το κυριότερο είναι ότι τις περισσότερες φορές ηεπίκληση του δικαίου γίνεται εργαλείο προπαγάνδας των ισχυρών για επιβολήή αναποτελεσματικό εργαλείο μάταιης αναγνώρισης αλλά καιεφησυχασμού των αδυνάτων. Η παγκόσμια δε μαρτυρία, φαίνεται να δικαιώνεισε μεγάλο βαθμό την ρεαλιστική θεώρηση. Τον επόμενο θέμα που εξετάζει το βιβλίο είναι ησύνδεση του πολέμου με τον ορθολογισμό. Ο συγγραφέας ξεκαθαρίζει εύστοχα,ότι ο όρος ορθολογισμός τον οποίο επεξεργάζεται δεν αντιστοιχεί με τορασιοναλιστικό ρεύμα σκέψης προς αποφυγή φιλοσοφικών και θεωρητικώνπαρεξηγήσεων. Ο ορθολογισμός εν προκειμένω συνδέεταιμε την προγραμματισμένη στρατηγικά στάση και την οργανωμένη λειτουργίατων κρατών στο διεθνές περιβάλλον. Άρα και με την χρησιμοποίηση τουπολέμου ως ορθολογικού εργαλείου, «που συνεχίζει την πολιτική με άλλα μέσα»σύμφωνα με την εμβληματική διατύπωση και δεν τον καθιστά μέσο τυφλής σύγκρουσηςγια την σύγκρουση. Αντίθετα πολεμικός ορθολογισμός εδώ σημαίνει αποτελεσματικήχρήση βίας, με την μικρότερη φθορά σε λιγότερο χρόνο. Ας μου επιτραπεί, ηέκφραση « η κατ' οικονομίαν χρήση του πολέμου». Τέλος το βιβλίο , πάντα μέσα από τον πολιτικόρεαλισμό και σε συνάρτηση με το θέμα του πολέμου αναγνωρίζει ως υπέρτατο ηθικόχρέος του κάθε εθνοκρατικού παράγοντα την διασφάλιση της υπόστασης και τηςελευθερίας του. Αυτό σημαίνει συνειδητή οικοδόμηση της εθνικής ισχύος, την ίδιατην στιγμή που αυτό δηλώνει δυνατότητα αποτροπής αλλά και ειρηνική διασφάλισητων κρατικών σχέσεων. Αλλά τι μπορεί να σημαίνει σήμερα, ελεύθερηεπιβίωση του ελληνικού εθνοκρατικού παράγοντα. Ασφαλώς, είναι μια μεγάλησυζήτηση, που κάποτε πρέπει να γίνει ουσιαστικά σ΄ αυτή τη χώρα. Επιτρέψτε μου,μία αξιωματική θέση, περισσότερο για προβληματισμό: Στο ταραγμένο μας παρόν η ελεύθερη επιβίωση τηςχώρας απαιτεί ιδιαίτερη προσέγγιση και αντίστοιχο προσανατολισμό με επικέντρωση« στην δική μας ευθύνη αλλά και υπευθυνότητα». Η εθνική αξιοπρέπεια, αυτοπεποίθησηκαι αυτονομία δεν θα κτιστεί με την εύκολη καταγγελία των ξένων ή των άλλωναλλά με την δική μας επίπονη αυτογνωσία, αυτοδιόρθωση καιαυτοπροσδιορισμό. Η ανάδειξη της ταυτότητας μας δεν χρειάζεται μόνομαχητικό ετεροπροσδιορισμό αλλά και σταθερό αυτοπροσδιορισμό. Η μεγάλη δε κρίση που περνάμε, είναιη μεγάλη ταυτόχρονα ευκαιρία για την ανεκπλήρωτη εθνική ενηλικίωση: Να οργανώσουμε την ιδιοπροσωπία μας στα πλαίσια του κοινούευρωπαικού γίγνεσθαι.
Αγαπητές φίλες και φίλοι,
Θεωρώ στοιχειώδες καθήκον ν' αναφερθώ καιστον ιδιότυπο πόλεμο που διεξάγει σήμερα η πατρίδα μας, επειδή πιστεύωστα πραγματικά νοήματα των λέξεων που συσχετίζουν και όχιστις λεκτικές υπερβολές που συγχέουν . Θεωρώ απολύτως ότι σήμερα η Ελλάδα διεξάγει πόλεμο οικονομικής ανάταξης και παραγωγικής ανασυγκρότησης που επηρεάζει καικαθορίζει την εθνική ισχύ της χώρας αλλά και τη θέση της, στηνπαγκόσμια ανταγωνιστική πυραμίδα. Η τραγική αλλά ολόκληρη αλήθεια για τηνπατρίδα μας αποτυπώνεται σε μία οδυνηρή φράση του παρελθόντος: «Έχουμεπτωχεύσει». Αναφερόμαστε στην πραγματική πτώχευση και όχι στην επίσημη καιανοικτά διακηρυγμένη πτώχευση, που επίσης μας απειλεί. Τώρα ακριβώς,διαχειριζόμαστε τις άμεσες συνέπειες μιας πραγματικής χρεοκοπίας, η οποία δενείναι μόνο οικονομική αλλά πολιτική και αξιακή. Δυστυχώς η Ελλάδα ως εθνοκρατικό σύνολο είναι από καιρό σε φθίνουσα πορεία σε κρίσιμους συντελεστέςισχύος, όπως η παραγωγική της δυνατότητα . Είναι η παραγωγική βάση πουεπηρεάζει την εθνική δυναμική και καθιστά αυτόνομη μια χώραστα πλαίσια του διεθνούς εντεινόμενου ανταγωνισμού. Για τον ελληνισμότέτοια πλεονεκτήματα ουσιαστικά δεν υπάρχουν και πρέπει να επανακτηθούν. Η ιδιαιτερότητα δε της κρίσης που βιώνουμεσήμερα είναι ακριβώς η αποκάλυψη του παραγωγικού μας κενού. Που μέχριτώρα καλυπτόταν επίπλαστα από την δανειακή προσφορά χρήματος. Με τηνπαγκόσμια οικονομική κρίση, όπως οδυνηρά μάθαμε τα δανεικά δεκανίκιααποσύρθηκαν και η χώρα παραδέρνει ως αδύνατος κρίκος της ευρωπαικής αλυσίδας. Ηελληνική παρασιτική οικονομία αντιμετωπίζει δίλημμα επιβίωσης ή ναανασυγκροτηθεί παραγωγικά ή να περιθωριοποιηθεί. Είναι ο ιδιότυπος πόλεμος,που προανέφερα, εξ ίσου σημαντικός με τον κλασικό πόλεμο για την εθνικήεπιβίωση και ανόρθωση. Αυτό λοιπόν που μας συμβαίνει τώρα,ανεξάρτητα αν το συνειδητοποιούμε ή όχι, είναι ότι η ζωή μας προσαρμόζεται ραγδαία στις πραγματικές αλλά καιυποβαθμισμένες παραγωγικά δυνατότητες της χώρας. Η διαδρομή αυτή είναιαναγκαστική και επώδυνη , χωρίς να φταίνε κυρίως γι΄ αυτό κάποιοι άλλοι.Η χώρα και οι πολίτες της πλέον θα φτωχύνουμε ή θα ανακάμψουμε στο μέτρο τωνπραγματικών μας δυνατοτήτων. Ανόρθωση της χώρας σημαίνει κάλυψη τουπαραγωγικού ελλείμματος. Υπέρβαση του ελληνικού παρασιτισμού και μετάβασησ' ένα νέο ελληνικό παραγωγικό υπόδειγμα. Για τη γνώμη μου λοιπόν, το κρίσιμοτης συγκυρίας είναι, αν η επώδυνη προσγείωση αλλά και η κοπιώδης ανάκαμψη της χώρας θα γίνει συντεταγμένα και συνειδητά ή άναρχα και μοιραία. Με αξιοποίηση των ευρωπαικώνδυνατοτήτων και συμμαχιών ή απομονωμένα. Δεν είναι να ψάξουμε για λύσεις που δενυπάρχουν. Όπως οι ψευδολύσεις της ανώδυνης προσαρμογής ή μιαςγρήγορης συνταγής ανάκαμψης και μάλιστα σε αντιπαλότητα με τις ξένες επιβουλές.Όσοι επικαλούνται εύκολες λύσεις, επιμένουν στον πολιτικό παρασιτισμόαλλά και στην συστηματική απόκρυψη του κύριου υπεύθυνου τηςελληνικής κρίσης, δηλαδή του «εμείς». Ένα κρίσιμο θέμα είναι ν' αναλάβουμεχωρίς αυτομαστίγωμα εθνικές ευθύνες και ένα εξίσου σημαντικό θέμα είναι ναεπιμερίσουμε πολιτικοκοινωνικές ευθύνες. Το επόμενο σημαντικό λοιπόν, που μαςσυμβαίνει σήμερα είναι η χρεοκοπία του πολιτικού μας συστήματος. Αυτό είναιάλλωστε και ο βασικός εσωτερικός υπεύθυνος για την σημερινή κρίση της χώρας.Εκείνο το πλειοψηφικό κομμάτι του, που συμμετείχε, διαμόρφωσε και στήριξετο πελατειακό κράτος και το αντιπαραγωγικό οικονομικό μοντέλο .Πάντα σε αγαστήσυνεργασία με παρασιτικές δυνάμεις απ' το σύνολο της πολιτικήςγεωγραφίας αλλά και της μεγαλομεσαίας κοινωνικής κλίμακας, τηςμεταπολίτευσης. Η πορεία λοιπόν που διανύουμε είναι μεταβατικήαπό ένα πελατειακό, αδιαφανές και έντονα απονομοποιημένο πολιτικό σύστημαπρος ένα αναμορφωμένο πολιτικό σύστημα βαθύτερης δημοκρατίας. Αυτή η μεταβατική πορεία δεν μπορεί ν΄ανακοπεί. Θα γίνει ανεξάρτητα από τη θέληση αλλά και τα εμπόδια που θέτει ηφθαρμένη τάξη πραγμάτων. Το πολιτικό ζητούμενο εδώ είναι μια συντεταγμένημετάβαση για να μην συμπαρασυρθεί σε αδιέξοδο συνολικά η χώρα. Η κρίση μετεξελίσσεται ραγδαία απόοικονομική και κοινωνική σε βαθιά πολιτική με απρόβλεπτες συνέπειες. Πρέπει ναπάρουμε πολιτικές αποφάσεις τώρα, για να μην αναγκαστούμε να τις πάρουμεαργότερα σε δυσμενέστερες συνθήκες. Ταυτόχρονα οφείλουμε μια θέση στον ελληνικό λαό που διαδηλώνει μεδικαιολογημένη οργή και αγανάκτηση του στις πλατείες για την χρεοκοπίατης χώρας και πρέπει να πούμε ξεκάθαρα, ότι: -Είμαστεαλληλέγγυοι στην κριτική που ασκεί στο πολιτικό σύστημα και αναλαμβάνουμεανοικτά το μερίδιο ευθύνης που μας αντιστοιχεί. -Διαφωνούμε όμωςριζικά με μειοψηφικές πρακτικές βίας ,κατάλυσης της δημοκρατικής νομιμότητας και ισοπέδωσης του πολιτικού κόσμου, γιατί ευτυχώς δεν είμαστε όλοιίδιοι. Ηδιέξοδη λύση που εκφράζει την συντριπτική πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας είναι πολιτική και δημοκρατική. Αυτός είναι ο μοναδικός δρόμος αλλά και τρόποςαναμόρφωσης του πολιτικού μας συστήματος. Το ελληνικόπολιτικό σύστημα ΣΤΟ ΣΥΝΟΛΟ ΤΟΥ χωρίς υπεκφυγές ευθύνης και κομματικέςαποστασιοποιήσεις , πρέπει να δώσει άμεσα, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΘΕΣΜΙΚΕΣ απαντήσεις.Είναι επιτακτική ανάγκη να αναμορφωθεί και να αντιστοιχηθεί με την επώδυνη καιμακροχρόνια προσπάθεια που καταβάλει η κοινωνία για την ανόρθωση τηςχώρας. Όλα τα πολιτικάκόμματα πρέπει να συνεννοηθούν άμεσα γύρω από ένα τραπέζι σε κοινό πλαίσιοαλλαγών του πολιτικού συστήματος, που θα αποτελέσει και προγραμματική δέσμευσηγια το καθένα στις επόμενες εκλογές, όποτε και αν γίνουν. Αυτό κυρίως αφορά τηνανάγκη επιτάχυνσης της αναθεωρητικής διαδικασίας του Συντάγματος, σε σημεία κλειδιάόπως ο νόμος περί ευθύνης των υπουργών και όχι μόνο. Το πολιτικόσύστημα πλέον πρέπει να δώσει ριζικές απαντήσεις στα καίρια ζητήματα εμβάθυνσηςτης Δημοκρατίας, όπως: α) η αυτονομία της πολιτικής από κέντρα εξάρτησης, β) ηισοτιμία του πολιτικού με τον πολίτη, γ)η πολιτική και οικονομικήδιαφάνεια του κράτους, δ) η αναγέννηση της Βουλής ως πυρήνα της Δημοκρατίας, ε)η θεσμική κατοχύρωση της γνήσιας αντιπροσώπευσης μέσω ενός νέου και ευρύτερααποδεκτού εκλογικού νόμου και στ) ηουσιαστική αναβάθμιση και πραγματική ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης.
Τέλος, αυτή τη στιγμή η Ελλάδα δεν μπορεί ούτενα παραμείνει στο παρόν ούτε να επιστρέψει στο παρελθόν. Έχει μόνομία δυνατότητα, να πάει μπροστά : Να εφαρμόσει ριζοσπαστικό σχέδιοπαραγωγικής ανόρθωσης, με εθνική συνεννόηση και συστράτευση. Σε πολιτικόκαι κοινωνικό επίπεδο. Σε διαπραγμάτευση αλλά και συνεργασίαμε τους διεθνείς μας εταίρους. Οι μονομερείς κομματικές ή πολιτικέςλύσεις δεν μπορούν να φέρουν το βάρος της κρίσης. Η σημερινή διέξοδος για τη χώρα ήθα είναι εθνική ή δεν θα υπάρξει. Η υπάρχουσα ελληνική πολιτική τάξη,έχει την τελευταία δυνατότητα να κλείσει ένα ιστορικό κύκλο τουλάχιστον με ωριμότητα και ευθύνη . Πρέπει ν' αντιδράσουμε με την υπέρβαση των πολιτικώνμας ταυτοτήτων και την εφαρμογή του πατριωτισμού στην πράξη. Είναι το ελάχιστοχρέος προς την Ελλάδα και την νέα γενιά που αδικούμε.
|